Μετάφραση του "aro" σε Ελληνικά

Οι στεφάνι, στεφάνη, σκουλαρίκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aro" σε Ελληνικά.

aro noun verb masculine γραμματική

término taxonómico (plantas) [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στεφάνι

    noun ουσιαστικό

    όργανο της ρυθμικής γυμναστικής που μοιάζει με μεγάλο δακτύλιο και το αντίστοιχο αγώνισμα

    En el circo vimos a un león saltar a través de un aro en llamas.

    Στο τσίρκο είδαμε ένα λιοντάρι να πηδάει μέσα από ένα φλεγόμενο στεφάνι.

  • στεφάνη

    ουσιαστικό θηλυκό

    1. δακτύλιος που περιβάλλει κάτι (σιδερένια στεφάνια βαρελιού), 2. ο μεταλλικός δακτύλιος του καλαθιού στον οποίο προσδένεται το δίχτυ (μπάσκετ)

    La estructura del barril está formada por duelas, piezas de madera sujetas por aros anchos de metal.

    Η δομή του βαρελιού αποτελείται από ξύλινες σανίδες, κομμάτια ξύλου που συγκρατούνται από πλατιές μεταλλικές στεφάνες.

  • σκουλαρίκι

    ουσιαστικό ουδ

    σε σχήμα κρίκου

    Tus aros están muy bonitos y hacen juego con tu collar.

    Τα σκουλαρίκια σου είναι πολύ ωραία και ταιριάζουν με το κολιέ σου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δαχτυλίδι
    • μπαλένα
    • κρίκος
    • τσέρκι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aro " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Aro
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δρακοντιά

Εικόνες με "aro"

Φράσεις παρόμοιες με "aro" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κατεργασία του εδάφους
  • Áρεως · Áρης · Άρης
  • αγκύρωση πυροβόλο
  • Ara
    Βωμός
  • αροτριώ · αροτριώνω · ζευγαρίζω · οργώνω
  • Άροτρο · άροτρο · αλέτρι · αλέτρι, άροτρο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aro" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη