Μετάφραση του "arrestado" σε Ελληνικά
Οι κρατούμενος, συλληφθείς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arrestado" σε Ελληνικά.
arrestado
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
κρατούμενος
nounαυτός ο οποίος κρατείται έγκλειστος στη φυλακή ή στο κρατητήριο
Uno de los arrestados ha sido liberado.
Ένας από τους κρατούμενους αφέθηκε ελεύθερος.
-
συλληφθείς
αρσενικόπου συνελήφθη
Un grupo son los arrestados por ofensas de inmigración.
Μια ομάδα είναι οι συλληφθέντες για αδικήματα μετανάστευσης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " arrestado " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "arrestado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πιάνω · συλλαμβάνω · τσακώνω · τσιμπώ · φυλακίζω
-
κότσια, κουράγιο · σύλληψη
-
σύλληψη σπιτιών
-
ένταλμα σύλληψης
-
κατ' οίκον περιορισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη