Μετάφραση του "arrodillarse" σε Ελληνικά
Οι γονατίζω, γονατίσει είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arrodillarse" σε Ελληνικά.
arrodillarse
verb
γραμματική
Doblar la rodilla, en gesto de servidumbre o adoración. [..]
-
γονατίζω
verbNo querrá que el pobre hombre tenga que arrodillarse para verlos.
Θα ήταν κρίμα γέρος άνθρωπος να γονατίζει για να τα δει.
-
γονατίσει
Le hice arrodillarse y le disparé en la garganta y en el pecho.
Έβαλα τον Ρέι να γονατίσει και τον πυροβόλησα στο λαιμό και στήθος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " arrodillarse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη