Μετάφραση του "arrojar" σε Ελληνικά

Οι ρίχνω, πετώ, εκτινάσσομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arrojar" σε Ελληνικά.

arrojar verb γραμματική

Hacer que un objeto se mueva rápidamente por el aire, con la fuerza de la mano o el brazo.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρίχνω

    ρήμα

    στέλνω κτ. μακριά από μένα προς ορισμένη κατεύθυνση ή στόχο (με δύναμη)· πετώ

    David lo agarró por la nuca y lo arrojó en el suelo.

    Ο Δαυίδ τον έπιασε από το λαιμό και τον έριξε στο έδαφος.

  • πετώ

    ρήμα

    1. ρίχνω κτ. προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, με τη δύναμη των χεριών μου, εκσφενδονίζω 2. διώχνω κπ. ως ανεπιθύμητο και με τρόπο βίαιο 3. βγάζω. α. (για φυτά): Πέταξε ρίζες / βλαστό / άνθη.

    1. Luego la levantó en la mano derecha y la arrojó con fuerza al abismo. 2. Opusieron resistencia al conquistador y en 1680 se sublevaron у lo arrojaron de su territorio. 3. Tan pronto como comienzan las lluvias, brota con fuerza, arroja nuevas hojas hasta que florece y da frutos, luego se marchita.

    1. Μετά το σήκωσε στο δεξί του χέρι και το πέταξε με δύναμη στην άβυσσο. 2. Αντιστάθηκαν στον κατακτητή και το 1680 επαναστάτησαν και τον πέταξαν από την επικράτειά τους. 3. Μόλις αρχίσουν οι βροχές, βλασταίνει ζωηρά, πετάει νέα φύλλα μέχρι να ανθίσει και να καρποφορήσει, μετά μαραίνεται.

  • εκτινάσσομαι

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξεμώ
    • ξερνώ
    • σπαταλώ
    • χαραμίζω
    • έχω
    • αποβάλλω
    • αποφέρω
    • βγάζω
    • δίνω
    • δείχνω
    • εκσφενδονίζω
    • παρέχω
    • κατακρημνίζω
    • κάνω εμετό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arrojar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "arrojar"

Φράσεις παρόμοιες με "arrojar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • θάρρος · τόλμη
  • αποφασιστικός · παράτολμος · τολμηρός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arrojar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη