Μετάφραση του "asa" σε Ελληνικά

Οι λαβή, χερούλι, χειρολαβή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asa" σε Ελληνικά.

asa noun verb feminine γραμματική

Círculo cerrado que generalmente forma parte de los objetos (por ejemplo en las tazas).

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαβή

    noun feminine

    O la fricción ha derretido poco a poco el asa para encajar en nuestras manos.

    Η τριβή έχει φθίρει την λαβή για να χωράει στα χέρια μας.

  • χερούλι

    noun neuter

    τμήμα ή εξάρτημα ενός αντικειμένου από όπου μπορεί κανείς να το πιάσει με ένα μέρος των δαχτύλων του. Για κατσαρόλες και τα σκεπάσματά τους, τσάντες, δίσκους.

    En uno de sus lados longitudinales, dispone de un asa de materia textil.

    Σε μία από τις επιμήκεις πλευρές προσαρτάται χερούλι από υφαντικές ύλες.

  • χειρολαβή

    noun feminine

    En el lado del sistema de cierre, la caja tiene un asa.

    Στην πλευρά του συστήματος κλεισίματος το κουτί φέρει χειρολαβή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χεράκι
    • δείκτης χειρισμού
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "asa"

Φράσεις παρόμοιες με "asa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καβουρδίζω · φρυγανίζω · φρύγω · ψένω · ψήνω · ψήνω στα κάρβουνα
  • μηδικό σίλφιο
  • ψήνομαι · ψητό
  • ψήνω στα κάρβουνα
  • καβουρδίζω · φρυγανίζω · φρύγω · ψένω · ψήνω · ψήνω στα κάρβουνα
  • ψήνομαι · ψητό
  • ψήνομαι · ψητό
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη