Μετάφραση του "ascendencia" σε Ελληνικά
Οι καταγωγή, γενεαλογία, ανιόντες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ascendencia" σε Ελληνικά.
ascendencia
noun
feminine
γραμματική
El origen en el sentido de una afiliación de clase humana, familiar, de parentesco o de un grupo. [..]
-
καταγωγή
noun feminineSi son de ascendencia asiática o afroamericana, se pueden sentar.
'Οσοι έχουν ασιατική ή αφρικανική καταγωγή, μπορούν επίσης να καθήσουν.
-
γενεαλογία
noun feminine -
ανιόντες
noun masculine- las ascendencias a partir de otro u otros libros genealógicos, cuando sea necesario.
- τους ανιόντες προγόνους από ένα ή περισσότερα άλλα γενεαλογικά βιβλία όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο-
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανιόντες συγγενείς
- γενεαλογικό δένδρο
- πρόγονοι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ascendencia " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη