Μετάφραση του "ascendiente" σε Ελληνικά

Οι ανιόντες, υπεροχή, ανιόντες συγγενείς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ascendiente" σε Ελληνικά.

ascendiente noun masculine γραμματική

Estado que existe cuando una persona o grupo tiene poder sobre otra.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανιόντες

    Noun masculine

    Estos derechos de acceso son facultativos para los ascendientes y los hijos mayores de edad.

    Αυτά τα δικαιώματα πρόσβασης είναι προαιρετικά για τους ανιόντες και τα ενήλικα τέκνα.

  • υπεροχή

    noun feminine

    Cualquier fuera el ascendiente moral que tuviera Occidente hoy se perdió aquí.

    Οποιαδήποτε ηθική υπεροχή είχε η Δύση χάθηκε σήμερα.

  • ανιόντες συγγενείς

    masculine

    Cuando el retorno suponga separación familiar, si implica separación con los hijos o ascendientes.

    Όταν η επιστροφή οδηγεί σε χωρισμό της οικογένειας και συνεπάγεται χωρισμό από τα τέκνα ή τους ανιόντες συγγενείς.

  • ισχύς

    noun feminine

    Estado que existe cuando una persona o grupo tiene poder sobre otra.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ascendiente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ascendiente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη