Μετάφραση του "asesinato" σε Ελληνικά

Οι δολοφονία, φόνος, ανθρωποκτονία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asesinato" σε Ελληνικά.

asesinato noun masculine γραμματική

Muerte de una persona intencionalmente o con premeditación. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δολοφονία

    noun feminine

    παράνομος σκοτωμός ενός άλλου ανθρώπου με κακή πρόθεση [..]

    Salim, ¿están relacionados con los asesinatos de hoy?

    Σάλιμ, τι σχέση έχει αυτό με την σημερινή δολοφονία;

  • φόνος

    noun masculine

    Cometió varios asesinatos y sumió a muchas personas, incluidos sus propios familiares, en el dolor y la desesperación.

    Διέπραξε φόνο και βύθισε πολλούς ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένης και της οικογένειάς του, σε θλίψη και απόγνωση.

  • ανθρωποκτονία

    noun feminine

    Terney, he oído que te has hecho cargo de los asesinatos de Szymanski y la ayudante del fiscal.

    Τέρνεϊ, άκουσα ψάχνεις την ανθρωποκτονία του Σιμάνσκι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκτέλεση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asesinato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "asesinato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asesinato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη