Μετάφραση του "asertiva" σε Ελληνικά

Το δυναμικός είναι η μετάφραση του "asertiva" σε Ελληνικά.

asertiva adjective feminine

Con inclinación a afirmarse.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυναμικός

    adjective

    Con inclinación a afirmarse.

    A veces en la vida hay que ser asertivo y firme en tu postura.

    Μερικές φορές σ'αυτή τη ζωή πρέπει να είσαι δυναμικός και να υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asertiva " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "asertiva" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asertiva" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη