Μετάφραση του "asexual" σε Ελληνικά
Το άφυλόφιλος είναι η μετάφραση του "asexual" σε Ελληνικά.
asexual
adjective
noun
masculine
γραμματική
Que no tiene sexo u órganos sexuales.
-
άφυλόφιλος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " asexual " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "asexual" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αγενής αναπαραγωγή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη