Μετάφραση του "boicot" σε Ελληνικά
Οι μποϊκοτάζ, Μποϊκοτάζ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boicot" σε Ελληνικά.
boicot
noun
masculine
γραμματική
No cooperación social, económica o política.
-
μποϊκοτάζ
noun neuterY dado que está utilizando uvas israelíes, su vino está en su lista de boicot.
Και από τη στιγμή που χρησιμοποιείτε ισραηλινά σταφύλια, το κρασί σας υπόκειται σε μποϊκοτάζ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " boicot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Boicot
-
Μποϊκοτάζ
Asunto: Boicot a la economía danesa como consecuencia de la polémica de las caricaturas
Θέμα: Μποϊκοτάζ της δανικής οικονομίας ως απάντηση στη διαμάχη για τα σκίτσα του Μωάμεθ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη