Μετάφραση του "boj" σε Ελληνικά

Οι πυξάρι, πύξος, πύξοσ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boj" σε Ελληνικά.

boj noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πυξάρι

    noun neuter
  • πύξος

    masculine
  • πύξοσ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " boj " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "boj"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "boj" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη