Μετάφραση του "bol" σε Ελληνικά
Οι μπολ, ρίξιμο του διχτυού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bol" σε Ελληνικά.
bol
noun
masculine
γραμματική
Recipiente de forma hemisférica utilizado para mantener, mezclar o servir comida, como ensalada, fruta, sopa, etc.
-
μπολ
nounPor fin tendrías un bol que no estaría hecho con un melón con un agujero.
Επιτέλους θα έχεις ένα μπολ που δεν είναι φλούδα από καρπούζι.
-
ρίξιμο του διχτυού
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "bol"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη