Μετάφραση του "callo" σε Ελληνικά
Οι κάλος, κακάσχημος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "callo" σε Ελληνικά.
callo
noun
verb
masculine
γραμματική
Parte endurecida o con espesor de la piel. [..]
-
κάλος
noun masculineLa policía no tiene callos en sus manos.
Η αστυνομία δεν έχει κάλους στα χέρια της.
-
κακάσχημος
επίθετο αρσενικό (-ος, η, -ο)πάρα πολύ άσχημος
Todas sus hermanas eran rubias y guapísimas y ella aunque no era un callo salió morena y con pelo rizado.
Όλες οι αδερφές της ήταν ξανθιές και όμορφες κι εκείνη, αν και δεν ήταν κακάσχημη, βγήκε μελαχρινή και με σγουρά μαλλιά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " callo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "callo"
Φράσεις παρόμοιες με "callo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κώστας Γιώργιου
-
παιδί του δρόμου
-
Μαρία Κάλλας
-
μονόδρομος
-
καθημερινό ένδυμα
-
μονόδρομος
-
Τροχόδρομος αεροδρομίου
-
οδοκαθαρισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη