Μετάφραση του "cartera" σε Ελληνικά

Οι πορτοφόλι, χαρτοφυλάκιο, χαρτοφύλακας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cartera" σε Ελληνικά.

cartera noun feminine γραμματική

bolso de mujer [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πορτοφόλι

    noun neuter

    Bolso plano, a menudo hecho de cuero, para guardar el dinero (sobre todo el papel moneda), tarjetas de crédito, etc. [..]

    Te daría unos pavos pero siempre me está robando la cartera.

    Θα σου έδινα λίγα χρήματα αλλά όλο μου κλέβει το πορτοφόλι.

  • χαρτοφυλάκιο

    noun neuter

    El siguiente cuadro analiza la cartera de préstamos del Mecanismo por sector industrial del prestatario.

    Ο πίνακας που ακολουθεί αναλύει το χαρτοφυλάκιο δανείων της Διευκόλυνσης ανά κλάδο δραστηριότητας του δανειολήπτη.

  • χαρτοφύλακας

    noun masculine

    μεγάλη δερμάτινη ορθογώνια τσάντα για έγγραφα, χειρόγραφα, βιβλία κτλ., συνήθ. χωρίς χερούλι.

    Ah, la cartera es un regalito de parte del banco.

    Α, ο χαρτοφύλακας είναι ένα μικρό δώρο από την τράπεζα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χρηματοφυλάκιο
    • βαλάντιο
    • τσάντα
    • υπουργείο
    • τσαντάκι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cartera " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "cartera"

Φράσεις παρόμοιες με "cartera" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cartera" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη