Μετάφραση του "cartero" σε Ελληνικά
Οι ταχυδρόμος, πορτοφόλι, βαλάντιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cartero" σε Ελληνικά.
cartero
noun
masculine
γραμματική
Empleado del correo que lleva las cartas a las casas.
-
ταχυδρόμος
noun masculineEmpleado del correo que lleva las cartas a las casas. [..]
Yo trabajaba de jardinera, y él era cartero.
Εγώ εργαζόμουν ως κηπουρός κι αυτός ως ταχυδρόμος.
-
πορτοφόλι
noun neuterTe daría unos pavos pero siempre me está robando la cartera.
Θα σου έδινα λίγα χρήματα αλλά όλο μου κλέβει το πορτοφόλι.
-
βαλάντιο
neuter -
χρηματοφυλάκιο
neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cartero " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "cartero"
Φράσεις παρόμοιες με "cartero" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
clutch
-
χαρτοφυλάκιο
-
πορτοφόλια
-
έχασα το πορτοφόλι μου
-
E-Portfolio
-
βαλάντιο · πορτοφόλι · τσάντα · τσαντάκι · υπουργείο · χαρτοφυλάκιο · χαρτοφύλακας · χρηματοφυλάκιο
-
βαλάντιο · πορτοφόλι · τσάντα · τσαντάκι · υπουργείο · χαρτοφυλάκιο · χαρτοφύλακας · χρηματοφυλάκιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη