Μετάφραση του "condena" σε Ελληνικά

Οι καταδίκη, αποδοκιμασία, απαγόρευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "condena" σε Ελληνικά.

condena noun verb feminine γραμματική

Medida por la cual un juez inflige una pena o impone una obligación.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταδίκη

    noun feminine

    Medida por la cual un juez inflige una pena o impone una obligación.

    La Comisión también condena plenamente cualquier utilización abusiva de los fondos comunitarios.

    Η Επιτροπή συμφωνεί πλήρως με την καταδίκη κάθε μη ορθής χρήσης του κοινοτικού προϋπολογισμού.

  • αποδοκιμασία

    noun feminine

    Este título es una condena de sus planes.

    Ο τίτλος μου είναι η αποδοκιμασία του σχεδίου τους.

  • απαγόρευση

    noun

    Por otra parte, al extranjero condenado puede prohibírsele la estancia en el territorio durante un período máximo de un año.

    Εξάλλου, στον καταδικασθέντα αλλοδαπό είναι δυνατό να επιβληθεί απαγόρευση παραμονής στην επικράτεια μέγιστης διάρκειας ενός έτους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ποινή
    • απαρέσκεια
    • καταδικαστική απόφαση
    • περίοδος φυλάκισης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " condena " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "condena" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "condena" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη