Μετάφραση του "condenar" σε Ελληνικά

Οι καταδικάζω, σφαλίζω, πεθαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "condenar" σε Ελληνικά.

condenar verb γραμματική

Declarar, como consecuencia de un juicio, que alguien es culpable de haber cometido un crimen.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταδικάζω

    verb

    Ανακοινώνω, κατόπιν δίκης, ότι κάποιος είναι ένοχος ενός εγκλήματος.

    Fue condenado a cadena perpetua. Hasta el día de hoy sostiene que es inocente.

    Καταδικάστηκε σε ισόβια. Μέχρι σήμερα ισχυρίζεται πως είναι αθώος.

  • σφαλίζω

  • πεθαίνω

    verb
  • ορίζω ποινή

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " condenar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "condenar"

Φράσεις παρόμοιες με "condenar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "condenar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη