Μετάφραση του "conocimiento" σε Ελληνικά
Οι γνώση, γνώσεις, επίγνωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conocimiento" σε Ελληνικά.
conocimiento
noun
masculine
γραμματική
Resultado psicológico de percibir, aprender y razonar. [..]
-
γνώση
noun femininefamiliaridad adquirida por un ser vivo [..]
Él tiene conocimientos y experiencia.
Αυτός έχει γνώσεις και εμπειρία.
-
γνώσεις
noun feminineÉl tiene conocimientos y experiencia.
Αυτός έχει γνώσεις και εμπειρία.
-
επίγνωση
noun feminineA escala local, el conocimiento en profundidad de las tendencias permite una mejor gestión de los recursos.
Η επίγνωση των τάσεων που επικρατούν σε τοπικό επίπεδο επιτρέπει την καλύτερη διαχείριση των πόρων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συνείδηση
- γνώσις
- αισθήσεις
- συνειδητοποίηση
- γνωριμία
- απόκτηση γνώσεων
- γνωση
- συναίσθηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " conocimiento " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "conocimiento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κοινωνιολογία της γνώσης
-
γνωσιακή βάση
-
η γνώση είναι δύναμη
-
ημιμάθεια
-
βάση γνώσεων
-
φορτωτική
-
έλεγχος των γνώσεων
-
οικονομία της γνώσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη