Μετάφραση του "corto" σε Ελληνικά

Οι κοντός, μικρός, σύντομος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corto" σε Ελληνικά.

corto adjective noun verb masculine γραμματική

tonto, bobo, poco inteligente [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοντός

    adjective masculine

    αντικείμενο με μικρό μήκος [..]

    Si no salimos antes del alba, aún me lo cortarán más.

    Αν δεν έχουμε φύγει από δω μέχρι τα χαράματα θα γίνω πολύ πιο κοντός.

  • μικρός

    adjective masculine

    La vida es muy corta.

    Η ζωή είναι πολύ μικρή.

  • σύντομος

    adjective masculine

    Pero no habrá otros como él en el corto plazo.

    Αλλά δεν θα βγουν άλλοι του είδους του σύντομα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βραχύς
    • βραδύνους
    • ανεπαρκής
    • απότομος
    • αργόστροφος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " corto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "corto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "corto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη