Μετάφραση του "despertar" σε Ελληνικά
Οι ξυπνώ, συνέρχομαι, ξύπνημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "despertar" σε Ελληνικά.
despertar
verb
noun
masculine
γραμματική
Hacer que alguien se despierte [..]
-
ξυπνώ
verbMe despierto habitualmente a las seis.
Ξυπνώ συνήθως στις έξι.
-
συνέρχομαι
verbLo golpearon en la cabeza. Y al despertar, tenía el cuchillo en la mano.
Τον χτύπησαν στο κεφάλι κι όταν συνήλθε, κρατούσε το μαχαίρι.
-
ξύπνημα
noun neuterNancy Temple, 39 años, se queja de náuseas y mareos desde que se despertó hoy.
Nancy Temple, 39, καταγγέλλοντας από ναυτία και ζάλη από το ξύπνημα σήμερα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αφυπνίζω
- προκαλώ
- πυροδοτώ
- παρακινώ
- διεγείρω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " despertar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "despertar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
όταν ανακατεύεις τα σκατά βρομάνε
-
αγουροξυπνημένος
-
ονειρεύομαι · ονειροπόληση · ρεμβάζω
-
ξαγρυπνώ
-
Ξύπνα!
-
άγρυπνος · αφυπνισμένος · ξαγρυπνισμένος · ξύπνιος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη