Μετάφραση του "despierto" σε Ελληνικά

Οι ξύπνιος, αφυπνισμένος, άγρυπνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "despierto" σε Ελληνικά.

despierto adjective verb masculine γραμματική

Que no está durmiendo.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξύπνιος

    adjective masculine

    Me quedé despierto toda la noche.

    Έμεινα ξύπνιος όλο το βράδυ.

  • αφυπνισμένος

    adjective masculine

    Nunca estuve mas despierto que ahora.

    Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξα πιό αφυπνισμένος, από τώρα

  • άγρυπνος

    adjective

    Estuve despierto toda la noche pensando qué haces cuando te descubren.

    Έμεινα όλη νύχτα άγρυπνος να αναρωτιέμαι τι θα κάνεις όταν σε πάρουν χαμπάρι.

  • ξαγρυπνισμένος

    particle
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " despierto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "despierto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αφυπνίζω · διεγείρω · ξυπνώ · ξύπνημα · παρακινώ · προκαλώ · πυροδοτώ · συνέρχομαι
  • όταν ανακατεύεις τα σκατά βρομάνε
  • αγουροξυπνημένος
  • ονειρεύομαι · ονειροπόληση · ρεμβάζω
  • ξαγρυπνώ
  • Ξύπνα!
  • αφυπνίζω · διεγείρω · ξυπνώ · ξύπνημα · παρακινώ · προκαλώ · πυροδοτώ · συνέρχομαι
  • αφυπνίζω · διεγείρω · ξυπνώ · ξύπνημα · παρακινώ · προκαλώ · πυροδοτώ · συνέρχομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "despierto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη