Μετάφραση του "desventaja" σε Ελληνικά

Το μειονέκτημα είναι η μετάφραση του "desventaja" σε Ελληνικά.

desventaja noun feminine γραμματική

Algo que detrae o quita. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μειονέκτημα

    noun neuter

    No es éste el caso, ya que la desventaja se vincula a la nacionalidad.

    Τούτο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση δεδομένου ότι το μειονέκτημα σχετίζεται με την ιθαγένεια .

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " desventaja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "desventaja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη