Μετάφραση του "desventurado" σε Ελληνικά

Οι δύσμοιρος, κακομοιριασμένος, κακορίζικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "desventurado" σε Ελληνικά.

desventurado adjective masculine γραμματική

Muy desafortunado.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δύσμοιρος

    επίθετο αρσενικό (-ος, -η, -ο)

    αυτός που έχει κακή τύχη, που όλα στη ζωή του έρχονται ανάποδα κακότυχος, δύστυχος, άμοιρος, κακορίζικος

    ¡Pobre desventurado, qué mala suerte tienes!

    Φτωχέ δύσμοιρε, τι κακή τύχη έχεις!

  • κακομοιριασμένος

    επίθετο / ουσιαστικό

    αυτός που έχει κακή τύχη, που όλα στη ζωή του έρχονται ανάποδα κακότυχος, δύστυχος, άμοιρος, κακορίζικος

    Por esa razón me he visto empujada a acercarme a todos los demás, a los humildes y desventurados.

    Γι 'αυτόν τον λόγο αισθάνθηκα την ώθηση να απευθυνθώ σε όλους τους άλλους, τους ταπεινούς και κακομοιριασμένους.

  • κακορίζικος

    επίθετο

    αυτός που δεν ευνοείται από την τύχη, που έχει κακή μοίρα

    1. Deprimente comunidad donde los residentes desventurados no pueden subsistir. 2. Un desventurado día halló el diamante robado en la caja de su mejor amigo.

    1. Καταθλιπτική κοινότητα όπου οι κακορίζικοι κάτοικοι δεν μπορούν να επιβιώσουν. 2. Μια κακορίζικη μέρα βρήκε το κλεμμένο διαμάντι στο κουτί του καλύτερου φίλου του

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φουκαριάρης
    • άμοιρος
    • δόλιος
    • φουκαράς
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " desventurado " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "desventurado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "desventurado" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη