Μετάφραση του "edificante" σε Ελληνικά

Το ηθοπλαστικός είναι η μετάφραση του "edificante" σε Ελληνικά.

edificante adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηθοπλαστικός

    επίθετο αρσενικό (-ός, -ή, -ό)

    που διαπλάθει το χαρακτήρα σύμφωνα με τα πρότυπα της ηθικής συμπεριφοράς

    Las chicas estaban cansadas de los discursos edificantes habituales y ni siquiera los escuchaban.

    Τα κορίτσια κουράστηκαν από τις συνήθεις ηθοπλαστικές ομιλίες και δεν τις άκουγαν καν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " edificante " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "edificante" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη