Μετάφραση του "edificar" σε Ελληνικά

Οι χτίζω, κατασκευή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "edificar" σε Ελληνικά.

edificar verb γραμματική

Formar combinando materiales o partes. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χτίζω

    verb

    Los edificios no se edificaron sobre un fundamento seguro.

    Τα κτήρια δεν ήταν χτισμένα σε γερά θεμέλια.

  • κατασκευή

    noun feminine

    Las catacumbas han sido edificadas en 1780 unos años antes de la Revolución Francesa.

    Η κατασκευή των κατακομβών ξεκίνησε το 1780, μόλις λίγα χρόνια πριν την Γαλλική Επανάσταση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " edificar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "edificar"

Φράσεις παρόμοιες με "edificar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κατασκευασμένη δομή
  • δομημένη περιοχή · οικιστική περιοχή · πυκνοδομημένη περιοχή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "edificar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη