Μετάφραση του "endeble" σε Ελληνικά

Οι αδύναμος, ετοιμόρροπος, εύθραυστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "endeble" σε Ελληνικά.

endeble adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδύναμος

    επίθετο αρσενικό (-ος, -η, ο)

    1. που δεν έχει σωματικές δυνάμεις 2. που δεν έχει ισχύ

    Es un niño endeble y enfermizo. - Basa su teoría en un argumento endeble

    Είναι ένα αδύναμο και ασθενές παιδί - Βασίζει τη θεωρία του σε ένα αδύναμο επιχείρημα

  • ετοιμόρροπος

    επίθετο αρσενικό (-ος, -η, -ο)

    που λόγω κακής κατάστασης είναι έτοιμος να διαλυθεί, να πάψει να υπάρχει:

    Actualmente los contribuyentes de Pensilvania resienten que su dinero se destine a un sistema endeble.

    Σήμερα οι φορολογούμενοι της Πενσυλβανίας δυσανασχετούν που τα χρήματά τους πηγαίνουν σε ένα ετοιμόρροπο σύστημα.

  • εύθραυστος

    επίθετο αρσενικό (-ος, -η, -ο)

    1. (για στερεό σώμα) που σπάει εύκολα. 2. (μτφ.) α. που εύκολα μπορεί να υποστεί βλάβη ή να πάψει να υπάρχει β. (για πρόσ.) που είναι ιδιαίτερα λεπτεπίλεπτος, ντελικάτος

    Era muy frecuente verlo en jardines porque salía bien de precio, pero, por lo que me han dicho, era bastante endeble y de dudosa calidad.

    Ήταν πολύ συνηθισμένο να το βλέπεις σε κήπους επειδή είχε καλή τιμή, αλλά, από ό,τι μου είπαν, ήταν αρκετά εύθραυστο και αμφίβολης ποιότητας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξεχαρβαλωμένος
    • σαθρός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " endeble " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "endeble" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη