Μετάφραση του "frenar" σε Ελληνικά

Οι φρενάρω, φρένο, σταματώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "frenar" σε Ελληνικά.

frenar verb γραμματική

Reducir la intensidad de; mantenerse bajo control, frenado o dentro del límite. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φρενάρω

    Verb verb

    El regulador se abrió cuando iba a frenar.

    Ο επιταχυντής μου παρέμεινε ενεργός ενώ πήγαινα να φρενάρω.

  • φρένο

    noun neuter

    No se indicará la precisión del dinamómetro puesto que el freno se calibra en un ensayo aparte.

    Δεδομένου ότι το φρένο προσταθμίζεται σε ιδιαίτερη δοκιμή, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται η ακρίβεια της κυλινδροφόρου κλίνης.

  • σταματώ

    verb

    Lo único que te está frenando eres tú.

    Το μόνο πράγμα που σε σταματάει είσαι εσύ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανακόπτω
    • βραδύνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " frenar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "frenar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "frenar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη