Μετάφραση του "freno" σε Ελληνικά
Οι φρένο, πέδη, τροχοπέδη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "freno" σε Ελληνικά.
Pieza bucal utilizada para ayudar a guiar a un caballo. [..]
-
φρένο
noun neuterdispositivo utilizado para detener o disminuir la velocidad de algún cuerpo
No, solo pisé valientemente los frenos, para no aplastarte.
Οχι, εγώ απλά πάτησα φρένο έγκαιρα και δεν σε πάτησα.
-
πέδη
nounLas prestaciones mínimas del freno de estacionamiento irán marcadas en la unidad.
Οι ελάχιστες επιδόσεις της πέδης στάθμευσης επισημαίνονται επί της μονάδας.
-
τροχοπέδη
noun feminineEl Parlamento no es la oposición de las demás instituciones, es un equilibrio y es un freno.
Το Κοινοβούλιο δεν βρίσκεται σε αντίθεση με τα άλλα θεσμικά όργανα, λειτουργεί ως ζυγαριά και τροχοπέδη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εμπόδιο
- σιδεράκια
- συγκράτηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " freno " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "freno"
Φράσεις παρόμοιες με "freno" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τύμπανο πέδης
-
χειρόφρενο
-
Δισκόφρενο
-
ανακόπτω · βραδύνω · σταματώ · φρένο · φρενάρω
-
χειρόφρενο
-
χειρόφρενο
-
αερόφρενο