Μετάφραση του "hueco" σε Ελληνικά
Οι κοίλος, οπή, τρύπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hueco" σε Ελληνικά.
hueco
adjective
noun
masculine
γραμματική
Volumen vacío, generalmente redondo dentro de un sólido. [..]
-
κοίλος
επίθετο masculine— según sea el eje macizo o hueco.
— Το κατά πόσο ο άξονας είναι συμπαγής ή κοίλος.
-
οπή
noun feminine -
τρύπα
noun feminineClaro en el proceso me abriste un gran hueco en mi cerebro, nada que importe.
Βέβαια στην πορεία, άνοιξες μια τρύπα στο μυαλό μου, αλλά δεν έχει σημασία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άνοιγμα
- εσοχή
- βαθούλωμα
- κενός
- ζούφιος
- κενό
- τζούφιος
- φρεάτιο
- κούφιος
- κόγχη
- αδειανός
- άκαρπος
- φρέαρ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hueco " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "hueco"
Φράσεις παρόμοιες με "hueco" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
είμαι κουφιοκέφαλος
-
κόλπος · κόρφος · μούρο · ρόγα
-
ανεγκέφαλος · κουφιοκέφαλος · κουφιοκεφαλάκης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη