Μετάφραση του "huelga" σε Ελληνικά

Οι απεργία, Απεργία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "huelga" σε Ελληνικά.

huelga noun verb feminine γραμματική

Paro colectivo de trabajo.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απεργία

    noun feminine

    Paro colectivo de trabajo.

    Todo el mundo me vive preguntando por qué mi hermana hace huelga.

    Όλοι με ρωτάνε το λόγο για τον οποίο η αδελφή μου κάνει απεργία.

  • Απεργία

    suspensión colectiva de la actividad laboral

    La brutalidad del ejército ha aumentado, sobre todo desde la huelga general.

    Η βιαιότητα του στρατού εντάθηκε μετά από τη Γενική Απεργία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " huelga " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "huelga" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "huelga" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη