Μετάφραση του "incrementar" σε Ελληνικά

Οι αυξάνω, αύξηση, αβγατίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "incrementar" σε Ελληνικά.

incrementar verb γραμματική

(De una cantidad) Aumentar, hacer más grande.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυξάνω

    verb

    La inversión prevista consistía en una renovación de los muelles existentes para incrementar su productividad.

    Η σχεδιαζόμενη επένδυση συνίσταται σε μετατροπή της υπάρχουσας προβλήτας, προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγικότητά της.

  • αύξηση

    noun feminine

    A lo largo de 2006 hemos sido testigos de un incremento del número de muertes violentas en Darfur.

    Μέσα στο 2006 είδαμε μια αύξηση στον αριθμό των βίαιων θανάτων στο Νταρφούρ.

  • αβγατίζω

    ρήμα

    (λαϊκότρ.) 1. κάνω ή γίνομαι μεγαλύτερος· αυξάνω / -ομαι, πληθύνω / -ομαι, αβγαίνω (συνήθως για λεφτά, περιουσία)

    Fue nombrado alcalde lo que incrementó aún más su gran riqueza.

    Διορίστηκε δήμαρχος γεγονός που αβγάτισε ακόμα πιο πολύ τον μεγάλο πλούτο του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανεβαίνω
    • αβγαταίνω
    • ακριβαίνω
    • ανατιμώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " incrementar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "incrementar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άθροιση · άνοδος · αύξηση · διεύρυνση · μεγάλωμα · πλήθυνση
  • τελεστής προσαύξησης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "incrementar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη