Μετάφραση του "incremento" σε Ελληνικά

Οι αύξηση, άνοδος, διεύρυνση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "incremento" σε Ελληνικά.

incremento noun verb masculine γραμματική

Acrecentamiento en cantidad o en medida.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αύξηση

    noun feminine

    A lo largo de 2006 hemos sido testigos de un incremento del número de muertes violentas en Darfur.

    Μέσα στο 2006 είδαμε μια αύξηση στον αριθμό των βίαιων θανάτων στο Νταρφούρ.

  • άνοδος

    noun

    Es cierto que el último Ramadán ha supuesto un incremento de la violencia y del terror.

    Είναι βέβαιο ότι κατά το τελευταίο Ραμαζάνι σημειώθηκε άνοδος της βίας και της τρομοκρατίας.

  • διεύρυνση

    noun feminine

    La ampliación a los países del Este no hará más que incrementar esta disolución.

    Η διεύρυνση προς τις ανατολικές χώρες απλώς θα επιδεινώσει τη διάλυση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλήθυνση
    • μεγάλωμα
    • άθροιση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " incremento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "incremento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αβγατίζω · αβγαταίνω · ακριβαίνω · ανατιμώ · ανεβαίνω · αυξάνω · αύξηση
  • τελεστής προσαύξησης
  • αβγατίζω · αβγαταίνω · ακριβαίνω · ανατιμώ · ανεβαίνω · αυξάνω · αύξηση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "incremento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη