Μετάφραση του "ingeniar" σε Ελληνικά

Οι επινοώ, μηχανεύομαι, σκαρφίζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ingeniar" σε Ελληνικά.

ingeniar verb γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επινοώ

    ρήμα

    συλλαμβάνω με τη φαντασία μου κάτι και το παρουσιάζω ως αληθινό για να αποφύγω ή για να επιτύχω κάτι 2. συλλαμβάνω, δημιουργώ με τον νου κάτι νέο, πρωτότυπο

    Según cuentan, los productores ingeniaron una campaña que jugaba con la idea de que tomar una uva con cada campanada traía suerte.

    Όπως λένε, οι παραγωγοί επινόησαν μια καμπάνια που έπαιζε με την ιδέα ότι το να παίρνεις ένα σταφύλι με κάθε κουδούνισμα έφερνε τύχη.

  • μηχανεύομαι

    ρήμα

    επινοώ, ανακαλύπτω με το μυαλό μου συνήθως κάτι πονηρό

    Y para gozar sin interrupción de su hija con impío lecho, ingenió para alejar a los pretendientes una nueva clase de perversidad. Proponía enigmas que no tenían solución.

    Και για να απολαμβάνει την κόρη του αδιάκοπα σε ένα άσεμνο κρεβάτι, μηχανεύτηκε για να απομακρύνει τους μνηστήρες μια νέα διαστροφή. Πρότεινε αινίγματα που δεν είχαν λύση.

  • σκαρφίζομαι

    ρήμα

    (οικείο) επινοώ, σκέφτομαι κάτι πρωτότυπο για να δώσω λύση σε ένα πρακτικό ή θεωρητικό πρόβλημα

    Los Moros ingeniaron los burlotes de fuego en tiempos en que no se usaba pólvora. No es fácil concebir su fábrica.

    Οι Μαυριτανοί σκαρφίστηκαν τα μπουρλότα σε μια εποχή που δεν χρησιμοποιούνταν η πυρίτιδα. Δεν είναι εύκολο να συλλάβεις την παράγωγή τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ingeniar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ingeniar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • τα βολεύω
  • δεξιότητα · δυνατότητα · επινοητικότητα · επινοητοκότητα · επιτηδειότητα · εργαλείο · εφευρετικότητα · ικανότητα · πνεύμα · σύνεργα
  • Γρίφος
  • τελικά τα κατάφερε
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ingeniar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη