Μετάφραση του "ingenio" σε Ελληνικά

Οι πνεύμα, εφευρετικότητα, επινοητικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ingenio" σε Ελληνικά.

ingenio noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πνεύμα

    noun neuter

    Pensé que la gente querría comparar ingenio con el niño genio.

    Φαντάστηκα ότι ο κόσμος θα ήθελε, να συγκρίνει το πνεύμα του με το αγόρι ιδιοφυία.

  • εφευρετικότητα

    noun feminine

    El ingenio de Aida eludiendo sus protocolos es extraordinario.

    Η εφευρετικότητα της Έιντα να παρακάμπτει πρωτόκολλα, είναι εντυπωσιακή.

  • επινοητικότητα

    noun feminine

    El factor determinante nunca es el recurso, sino el ingenio.

    Ο καθοριστικός παράγοντας δεν είναι ποτέ τα μέσα, είναι η επινοητικότητα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ικανότητα
    • επινοητοκότητα
    • επιτηδειότητα
    • εργαλείο
    • δυνατότητα
    • δεξιότητα
    • σύνεργα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ingenio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ingenio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ingenio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη