Μετάφραση του "perpendicular" σε Ελληνικά

Οι κάθετος, ορθός, ορθογώνιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perpendicular" σε Ελληνικά.

perpendicular adjective masculine γραμματική

Línea recta que corta a otra formando un ángulo de 90 grados.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάθετος

    adjective masculine

    La matrícula será perpendicular al plano longitudinal mediano del vehículo.

    Η πινακίδα είναι κάθετη προς το διάμηκες μέσο επίπεδο του οχήματος.

  • ορθός

    adjective
  • ορθογώνιος

    adjective masculine
  • απότομος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perpendicular " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perpendicular" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη