Μετάφραση του "perpetuo" σε Ελληνικά

Οι διαρκής, αέναος, παντοτινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perpetuo" σε Ελληνικά.

perpetuo adjective masculine γραμματική

(De las penas de prisión) Que dura hasta la muerte. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαρκής

    adjective m;f

    Sí, un estudiante mediocre con una erección perpetua.

    Ναι, ένας μαθητής του 5, με διαρκής στύσεις.

  • αέναος

    adjective masculine

    ¿Una vida de clausura perpetuo y en un silencio casi absoluto?

    Ένας αέναος εγκλεισμός και σχεδόν πλήρης σιωπή;

  • παντοτινός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perpetuo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "perpetuo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perpetuo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη