Μετάφραση του "poso" σε Ελληνικά

Οι ίχνος, κατακάθι, μούργα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "poso" σε Ελληνικά.

poso noun verb masculine γραμματική

Materia en suspensión en un líquido y que generalmente se deposita en el fondo.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ίχνος

    ουσιαστικό ουδέτερο

    (μεταφορικά) οτιδήποτε απομένει από το πέρασμα ενός συναισθήματος

    Cuando entre nosotros nos perdonamos, queda siempre un poso de resentimiento.

    Όταν συγχωρούμε ο ένας τον άλλον, μένει πάντα ένα ίχνος πίκας.

  • κατακάθι

    ουσιαστικό ουδέτερο

    η στερεά ουσία που παραμένει αδιάλυτη σε ένα υγρό και συγκεντρώνεται (κατακάθεται) στον πυθμένα του δοχείου που περιέχει το διάλυμα

    Cuando en la taza no quedaban más que los posos , dejé junto a ella un billete y me levanté. 

    Όταν στο φλιτζάνι δεν έμεινε τίποτα εκτός από τα κατακάθια , άφησα ένα χαρτονόμισμα δίπλα της και σηκώθηκα.

  • μούργα

    ουσιαστικό θηλυκό

    το κατακάθι του λαδιού

    En algunos aceites de oliva pueden aparecer ciertos posos . Esto no es otra cosa sino restos sólidos procedentes de la aceituna.

    Σε ορισμένα ελαιόλαδα μπορεί να εμφανιστεί μούργα . Αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά στερεά υπολείμματα από την ελιά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " poso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "poso"

Φράσεις παρόμοιες με "poso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ακουμπώ · αποθέτω · βάζω · βάζω ελαφρά · ποζάρω · πόζα
  • γλουτοί · κωλομέρια · κώλος · οπίσθια · πισινός
  • μαξιλαράκι ποντικιών
  • Πανδοχείο · ξενώνας · πανδοχείο · χάνι
  • πόζα
  • μαξιλαράκι ποντικιών
  • Πανδοχείο · ξενώνας · πανδοχείο · χάνι
  • Πανδοχείο · ξενώνας · πανδοχείο · χάνι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "poso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη