Μετάφραση του "posponer" σε Ελληνικά

Το αναβάλλω είναι η μετάφραση του "posponer" σε Ελληνικά.

posponer verb γραμματική

Retrasar o anular un evento o cita. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναβάλλω

    verb

    Y yo quería posponer el viaje, porque me había ofrecido un ascenso importante en el trabajo.

    Εγώ ήθελα να αναβάλλω το ταξίδι γιατί μου προσφέρθηκε μια σημαντική προαγωγή στην δουλειά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " posponer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "posponer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη