Μετάφραση του "prima" σε Ελληνικά

Οι ξαδέλφη, ξαδέρφη, ξάδελφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prima" σε Ελληνικά.

prima noun verb feminine γραμματική

Cantidad a ser pagada por un seguro de bienes o un seguro de vida. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξαδέλφη

    noun feminine

    Me temo que he contrariado a la prima Violet con ese tema.

    Έχω ενοχλήσει την ξαδέλφη Βάιολετ γι'αυτό το θέμα.

  • ξαδέρφη

    noun feminine

    Η κόρη του θείου ή της θείας κάποιου.

    Averiguarán que no tengo una prima y me deportarán.

    Θα μάθουν οτι δεν έχω καμία ξαδέρφη Bridget και θα με απελάσουν.

  • ξάδελφος

    noun masculine

    Cariño, ¿te has fijado en el joven que vino con el primo Dougy?

    Αγάπη μου, είδες αυτόν τον νεαρό που έφερε μαζί του ο ξάδελφος Dougy?

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αμοιβή
    • ξάδερφος
    • προκαταβολή
    • ασφάλιστρο
    • πριμ
    • βραβείο
    • άνοιξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prima " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "prima" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα
  • ασφάλιστρο
  • πριμοδότηση εκρίζωσης
  • Προκαθήμενοι · πριμάτος
  • πρώτες ύλες · πρώτη ύλη
  • εκλεκτός · εξαδέλφη · κουτορνίθι · ξάδελφος · ξάδερφος · ξαδέλφη · ξαδέρφη · ξαδερφός · πρώτα · πρώτο · πρώτος · πρώτος αριθμός · χάπατο
  • ξάδερφος
  • Δίδυμοι πρώτοι αριθμοί
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prima" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη