Μετάφραση του "primado" σε Ελληνικά
Οι πριμάτος, Προκαθήμενοι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "primado" σε Ελληνικά.
primado
verb
masculine
γραμματική
En la Iglesia católica occidental y en la Comunión anglicana, un obispo de más alto grado que un arzobispo metropolitano pero, en la Iglesia católica, de menos alto grado que un arzobispo mayor.
-
πριμάτος
masculine -
Προκαθήμενοι
título o rango otorgado a algunos obispos en algunas Iglesias cristianas
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " primado " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "primado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα
-
ασφάλιστρο
-
πριμοδότηση εκρίζωσης
-
πρώτες ύλες · πρώτη ύλη
-
εκλεκτός · εξαδέλφη · κουτορνίθι · ξάδελφος · ξάδερφος · ξαδέλφη · ξαδέρφη · ξαδερφός · πρώτα · πρώτο · πρώτος · πρώτος αριθμός · χάπατο
-
άνοιξη · αμοιβή · ασφάλιστρο · βραβείο · ξάδελφος · ξάδερφος · ξαδέλφη · ξαδέρφη · πριμ · προκαταβολή
-
ξάδερφος
-
πριμοδότηση αποθεματοποίησης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη