Μετάφραση του "rentabilidad" σε Ελληνικά

Το αποδοτικότητα είναι η μετάφραση του "rentabilidad" σε Ελληνικά.

rentabilidad noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποδοτικότητα

    noun

    Efectivamente, la rentabilidad de la industria comunitaria disminuyó de manera constante entre 2000 y 2002.

    Όντως, η αποδοτικότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκε σταθερά τα έτη 2000 έως 2002.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rentabilidad " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rentabilidad" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη