Μετάφραση του "sarcasmo" σε Ελληνικά

Το σαρκασμός είναι η μετάφραση του "sarcasmo" σε Ελληνικά.

sarcasmo noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σαρκασμός

    noun masculine

    De verdad creía que mi sarcasmo era más fácil de leer.

    Πραγματικά νόμισα ότι ο σαρκασμός μου ήταν ακόμα πιο ευδιάκριτος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sarcasmo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sarcasmo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη