Μετάφραση του "sumo" σε Ελληνικά
Οι σούμο, Σούμο, ανώτατος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sumo" σε Ελληνικά.
sumo
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
sumo ( bebida de alguna fruta) [..]
-
σούμο
neuterUn físico extraordinario, como el de un luchador sumo.
Ένα σώμα εντελώς ασυνήθιστο. Αντάξιο των μεγάλων αθλητών σούμο.
-
Σούμο
tipo de lucha libre
Sí, pero voy a extrañar mucho a mis amigos de sumo.
Ναι, αλλά σίγουρα θα μου λείψουν τα φιλαράκια μου από το ρινγκ του Σούμο.
-
ανώτατος
adjectiveQue tiene poder sobre todos los demás.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- υπέρτατος
- διαπρεπής
- εξέχων
- υψηλόβαθμος
- επιφανής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sumo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "sumo"
Φράσεις παρόμοιες με "sumo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παλαιστής σούμο
-
αρχιερέας
-
γενικά · συνοπτικά · συνοψίζοντας
-
αθροίζω · γίνομαι · προσθέτω
-
βουλιάζω · βυθίζω · καταποντίζω
-
άθροιση · άθροισμα · αθροίζω · ποσό · πρόσθεση · σύνολο · υπέρτατος
-
άθροισμα ελέγχου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη