Μετάφραση του "trapero" σε Ελληνικά

Το σφουγγαρίστρα είναι η μετάφραση του "trapero" σε Ελληνικά.

trapero noun masculine γραμματική

persona que trafica con trapos y otros objetos [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σφουγγαρίστρα

    noun feminine

    Objeto hecho de un material absorbente unido a un palo, utilizado para limpiar suelos y otras superficies mojadas.

    Todo lo que necesitas es un arete y un trapero.

    Το μόνο που χρειάζεσαι είναι ένα σκουλαρίκι και μια σφουγγαρίστρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trapero " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "trapero"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trapero" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη