Μετάφραση του "trapo" σε Ελληνικά

Οι κουρέλι, ράκος, ύφασμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trapo" σε Ελληνικά.

trapo noun masculine γραμματική

Desecho de textil, tanto previo como posterior a su uso por los consumidores, tal como los desechos del proceso de fabricación.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κουρέλι

    noun neuter

    Investigué el trapo con sangre de la casa de Blake.

    Ανέλυσα επίσης το ματωμένο κουρέλι από το σπίτι του Μπλέικ.

  • ράκος

    noun ουσιαστικό ουδέτερο

    1. κουρέλι, κομμάτι φθαρμένου υφάσματος 2. (μτφ) πολύ κουρασμένος άνθρωπος [..]

    1. Es un mendigo vestido con trapos.2. Cuando llegamos a la cima, yo era ya un trapo

    1. Είναι ένας ζητιάνος ντυμένος με ράκη. 2. Όταν φτάσαμε στην κορυφή, ήμουν ήδη ένα ράκος

  • ύφασμα

    noun neuter

    El trapo azul es una señal para nuestros patrulleros locales.

    Το μπλε ύφασμα είναι σύνθημα για την τοπική μας περίπολο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πανί
    • τζάντζαλο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trapo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "trapo"

Φράσεις παρόμοιες με "trapo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trapo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη