Μετάφραση του "validar" σε Ελληνικά
Το επικυρώνω είναι η μετάφραση του "validar" σε Ελληνικά.
validar
verb
γραμματική
Verificar o probar la validez de algo.
-
επικυρώνω
verbLos informes de ejecución de estas acciones se validaron en 1999.
Οι εκθέσεις εκτέλεσης αυτών των δράσεων επικυρώθηκαν το 1999.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " validar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη