Μετάφραση του "valiente" σε Ελληνικά
Οι γενναίος, θαρραλέος, γενναίο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "valiente" σε Ελληνικά.
valiente
adjective
masculine
γραμματική
Que tiene o muestra valor. [..]
-
γενναίος
adjective masculineÉl es fuerte, valiente y, sobre todo, amable.
Είναι δυνατός, γενναίος και, προπαντός, ευγενικός.
-
θαρραλέος
adjective masculineTodo porque esta mujer valiente vio un mundo injusto y le enseñó sus pechos.
Κι όλο αυτό γιατί αυτή η θαρραλέα γυναίκα είδε έναν άδικο κόσμο και του κούνησε τα στηθάκια της.
-
γενναίο
adjective neuterPero nada podía detener a un niño valiente.
Παρόλα αυτά, τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει το γενναίο παιδί.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γενναία
- γενναιόκαρδος
- γενναιόψυχος
- θαρρετός
- παλικάρι
- παλληκάρι
- τολμηρός
- άφοβος
- ανδρείος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " valiente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη