Μετάφραση του "viciado" σε Ελληνικά
Οι μπαγιάτικος, στάσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "viciado" σε Ελληνικά.
viciado
verb
masculine
γραμματική
-
μπαγιάτικος
adjective -
στάσιμος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " viciado " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "viciado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγωγός μολυσμένου αέρα
-
ακυρώνω · αλλοιώνω · διαστρέφω · διαφθείρω · εξαχρειώνω · καταστρέφω · μολύνω · μπασταρδεύω · νοθεύω · παραφθείρω · στρεβλώνομαι · στρεβλώνω · φθείρω · χαλάω
-
βίτσιο · εθισμός · ελάττωμα · εξαχρείωση · θεριακλίκι · ιδίωμα · κουσούρι · συνήθεια · χούι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη