Μετάφραση του "vicio" σε Ελληνικά

Οι συνήθεια, ελάττωμα, εθισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vicio" σε Ελληνικά.

vicio noun verb masculine γραμματική

miel de panela

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνήθεια

    noun feminine

    Sí, pero yo soy el que trajo este indecente y satánico vicio a su hogar.

    Εγώ έφερα αυτή την σατανική συνήθεια στο σπίτι σας.

  • ελάττωμα

    noun neuter

    Ello constituye, a mi juicio, una imputación de un vicio de forma.

    Αυτό, κατ’ εμέ, συνιστά αιτίαση αφορώσα τυπικό ελάττωμα.

  • εθισμός

    noun masculine

    Las pastillas de naranja son el único vicio de Bleeker.

    Τα Tic Tac είναι ο μόνος εθισμός του Μπλικερ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χούι
    • βίτσιο
    • θεριακλίκι
    • κουσούρι
    • ιδίωμα
    • εξαχρείωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vicio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "vicio"

Φράσεις παρόμοιες με "vicio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μπαγιάτικος · στάσιμος
  • αγωγός μολυσμένου αέρα
  • ακυρώνω · αλλοιώνω · διαστρέφω · διαφθείρω · εξαχρειώνω · καταστρέφω · μολύνω · μπασταρδεύω · νοθεύω · παραφθείρω · στρεβλώνομαι · στρεβλώνω · φθείρω · χαλάω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vicio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη